top of page

πόντος

ΑΝΝΑ ΔΑΒΙΔ ΜΕΓΑΛΟΚΟΜΝΗΝΗ - Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ - « Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑ»

Γράφει ο Φώτογλου Χράλαμπος Χεριανός Μεγαλοκομνηνός


 

Απόσπασμα από το πολυσέλιδο ιστορικό -λογοτεχνικό - δραματικό βιβλίο μου

(Άννα Δαβίδ Μεγαλοκομνηνή – Η θρυλική Πριγκίπισσα της Τραπεζούντας- Η Επαναστάτρια.)

 

                « Η Χαμένη Ψυχή της Τραπεζούντας- Η εικόνα της Παναγίας Χρυσοκεφάλου».

 Μέσα στο ιερό βήμα του Ναού της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και φορτισμένη από την αγωνία. Οι ιερείς του μεγαλοπρεπούς ναού, βλέποντας το τέλος να πλησιάζει, στράφηκαν με βλέμμα γεμάτο δέος προς τον πιστό νεωκόρο Σέβιο. Η εντολή τους, ψιθυριστή αλλά κοφτή σαν όρκος, αντηχούσε σαν βάρος ασήκωτο: έπρεπε να μαζέψει κάθε εναπομείναντα ιερό θησαυρό του ναού, να τα κρύψει προσωρινά στις πιο απρόσιτες γωνιές  και, με την πρώτη ευκαιρία, να τα φυγαδεύσει μακριά, έξω από τα τείχη της μελλοθάνατης πόλης.

Όμως, το πιο πολύτιμο στολίδι της Χρυσοκεφάλου, η ίδια η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, δεν μπορούσε να αφεθεί στην τύχη. Οι ιερείς την κατέβασαν με τρεμάμενα χέρια και την εμπιστεύτηκαν σε έναν μπαρουτοκαπνισμένο βομβαρδάριο, πιστό στρατιώτη, τον Νικηφόρο, που είχε ορκιστεί να την προστατεύσει μέχρι την τελευταία του ανάσα. Του την παρέδωσαν σαν να του έδιναν την ίδια την ψυχή της Τραπεζούντας. Το καθήκον του πλέον ήταν ιερό: να γίνει η ζωντανή ασπίδα της Παναγίας, να την κρατήσει αλώβητη μέσα στο χαλασμό και, όταν οι φλόγες της άλωσης καταλάγιαζαν, να βρει ένα πέρασμα στα δύσβατα βουνά για να τη βγάλει για πάντα έξω από τα ματωμένα σύνορα του Πόντου.                              

 

Τραπεζούντα - 15 Αυγούστου 1461

Η Τραπεζούντα είχε ήδη παραδοθεί στον Σουλτάνο και το σκοτάδι απλωνόταν παντού. Η πόλη ζούσε τις πρώτες εφιαλτικές ώρες της υποταγής της. Στους δρόμους και τις πλατείες, οι Οθωμανοί στρατιώτες γλεντούσαν έξαλλα τη νίκη τους, ενώ οι ιαχές και το μεθύσι των εισβολέων έσκιζαν προκλητικά τη νύχτα. Η πόλη λύγιζε ανήμπορη κάτω από το ασήκωτο βάρος της μοίρας της, παραδομένη στο έλεος των κατακτητών.

Μακριά από τους κεντρικούς πανηγυρισμούς, ο απόηχος της καταστροφής μεταφέρθηκε στον μεγάλο ναό της πόλης. Εκεί κυριαρχούσε πλέον μόνο η τυφλή, αδυσώπητη βία. Με άγρια, μανιασμένα χτυπήματα, οι Τούρκοι έσπασαν με εκκωφαντικό πάταγο την κεντρική πύλη του Ιερού Ναού της Παναγίας Χρυσοκεφάλου και όρμησαν στο εσωτερικό της, σκορπίζοντας παντού τον τρόμο.

Την ίδια ώρα, χαμένος μέσα στα στενά, δαιδαλώδη σοκάκια της Κάτω Πόλης, ο Νικηφόρος προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει μια διέξοδο.

Είχε πετάξει τη στρατιωτική του στολή. Φορώντας πλέον φτωχικά, λασπωμένα ρούχα ψαρά, προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος μέσα στο πλήθος των πανικόβλητων χωρικών. Το πρόσωπό του, χλωμό από την εξάντληση και αυλακωμένο από τον ιδρώτα του φόβου, ήταν μια μάσκα απόλυτης αγωνίας. Η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά κι από τα τύμπανα του πολέμου, σφίγγοντας το στήθος του σαν σιδερένια μέγγενη. Όμως δεν φοβόταν για τη δική του εφήμερη ζωή. Το δέος του πήγαζε από το ιερό, σχεδόν αβάσταχτο βάρος που έκρυβε με προσοχή κάτω από τα κουρέλια του.

Στα χέρια του έσφιγγε με θρησκευτική ευλάβεια το ιερότερο κειμήλιο, την ψυχή της Τραπεζούντας, τυλιγμένο σε ματωμένο μετάξι: την εικόνα της Παναγίας Χρυσοκεφάλου.

Το ιερό κειμήλιο έκαιγε πάνω στο κορμί του, παλλόμενο σαν μια πηγή άκτιστου φωτός. Για τον νεαρό Νικηφόρο, αυτή η Θεϊκή μορφή δεν αποτελούσε ένα απλό αντικείμενο θαυμασμού· ήταν η ίδια η άφθαρτη ψυχή της Τραπεζούντας, φυλακισμένη μέσα σε λίγες σπιθαμές θείας χάρης.

Ήξερε καλά πως αν η εικόνα σωζόταν, η πόλη δεν θα πέθαινε ποτέ πραγματικά. Δεν αναζητούσε τη δική του σωτηρία, αλλά τη σωτηρία της μνήμης και της πίστης του. Σκοπός της ζωής του είχε γίνει πια να τη φυγαδεύσει μακριά, όμως ο εχθρικός κλοιός στένευε εφιαλτικά γύρω του. Παντού, σε κάθε πύλη, σε κάθε κεντρικό δρόμο και στα σκοτεινά, τυφλά σοκάκια, πάνοπλοι γενίτσαροι περιπολούσαν, σφάζοντας και λεηλατώντας τα πάντα στο πέρασμά τους.

Σε αυτό το παράτολμο σχέδιο είχε μυήσει τρεις πιστούς συντρόφους και συμπολεμιστές του, άντρες που λάτρευαν με την ίδια θρησκευτική ευλάβεια την Υπεραγία Θεοτόκο. Η μόνη του διέξοδος ήταν η θάλασσα. Αν πηδούσε στα αφρισμένα και άγρια νερά του Ευξείνου Πόντου, το πυκνό σκοτάδι της νύχτας θα τον έκρυβε από τα μάτια των διωκτών του. Σκόπευε να αφεθεί στα ισχυρά παράκτια ρεύματα, χρησιμοποιώντας τη δύναμή τους για να τον παρασύρουν μακριά από την αποκλεισμένη και φλεγόμενη ζώνη της πόλης. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια, θα κολυμπούσε κρυφά μέχρι τα βράχια πίσω από το Λεοντόκαστρο. Εκεί, σε μια ερημική, βραχώδη ακτή, χαμένοι μες στο μαύρο της νύχτας, θα τον καρτερούσαν οι σύντροφοί του με μια ψαρόβαρκα, έτοιμοι να ανοιχτούν στο άγνωστο πέλαγος για να μεταφέρουν το κειμήλιο στη σιγουριά της Γεωργίας.

Με την αγωνία να κορυφώνεται καθώς οι ήχοι της κατάρρευσης πλήθαιναν πίσω του, ο Νικηφόρος έφτασε στην άκρη των θαλάσσιων τειχών. Το νερό από κάτω έμοιαζε με ζωντανό, μαύρο θηρίο που άφριζε με λύσσα.

Δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμό. Κράτησε την εικόνα με το ένα χέρι ψηλά, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, και βούτηξε στην παγωμένη αγκαλιά της θάλασσας. Το νερό τον κατάπιε αμέσως, αλλά όταν αναδύθηκε στην επιφάνεια, το χέρι του ήταν ακόμα υψωμένο, κρατώντας την εικόνα στεγνή πάνω από το κύμα – έναν μοναχικό, βουβό φάρο που αρνιόταν να σβήσει μέσα στη νύχτα. Το παγωμένο σκοτάδι του Ευξείνου είχε καταπιεί κάθε φως, και η θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε έναν υγρό τάφο.

Ο Αύγουστος είχε εγκλωβίσει τη ζέστη μέσα στη νύχτα, και το νερό του Ευξείνου ήταν ζεστό, σχεδόν αποπνικτικό, σαν να έβραζε κι αυτό από τις φλόγες της πόλης.

Ο Νικηφόρος πάλευε με τα κύματα, που τον χτυπούσαν σαν σιδερένιες γροθιές. Ένιωθε την υγρασία να κολλάει πάνω του σαν δεύτερο δέρμα και την ανάσα του να τον εγκαταλείπει, ενώ η αλμύρα έκαιγε τα μάτια και τις ανοιχτές πληγές του. .

Το σώμα του ήταν εξαντλημένο, όμως το μυαλό του στροβιλιζόταν σε μια δίνη από απελπισμένες σκέψεις.

«Μόνο λίγο ακόμα...Παναγία μου, λίγες απλωτές μέχρι την βάρκα», επαναλάμβανε σαν προσευχή, κοιτάζοντας το μαύρο νερό.

Μια απόκοσμη, βαριά ομίχλη άρχισε να υψώνεται μέσα από τη ζεστή θάλασσα, σβήνοντας κάθε σημάδι της στεριάς και της φλεγόμενης Τραπεζούντας.

Μέσα σε αυτό το λευκό τείχος της καταχνιάς, ο Νικηφόρος βρισκόταν πλέον σε απόσταση αναπνοής από τους συντρόφους του, όμως το πέλαγος είχε άλλα σχέδια.

Ένα ξαφνικό, υπόγειο ρεύμα άλλαξε τη ροή του νερού, αρπάζοντάς τον με μια ακατανίκητη, εξώκοσμη δύναμη. Αντί να τον σπρώχνει προς την ακτή του κάστρου, τον τραβούσε εσωτερικά, βαθιά προς το ανοιχτό, μαύρο πέλαγος. Καθώς το σώμα του παρασυρόταν κάτω από την επιφάνεια, ο Νικηφόρος δεν ένιωσε τον τρόμο του πνιγμού.

Τα μάτια του έμειναν ορθάνοιχτα.

Δεν σκεφτόταν τον θάνατο, ούτε το σώμα του που βυθιζόταν· το μυαλό του ήταν καρφωμένο στην Τραπεζούντα που καιγόταν πίσω του και στο ιερό βάρος που κρατούσε στο χέρι του

«Ας χαθώ εγώ στα βάθη του Πόντου», ας γίνω τροφή για τα ψάρια, αλλά Εσύ πρέπει να φτάσεις... σκεφτόταν με μια απελπισμένη, γεμάτη πίστη αποφασιστικότητα, «αρκεί να μην σε αγγίξουν τα χέρια των βέβηλων. Αν Εσύ σωθείς, η πατρίδα μας δεν θα πεθάνει ποτέ πραγματικά».

Κάθε φορά που ένα κύμα τον σκέπαζε, η αγωνία του δεν ήταν για το αν θα ανασάνει, αλλά για το αν το νερό θα διαπεράσει το ματωμένο μετάξι.

Μέσα σε αυτό το απόλυτο, υγρό σκοτάδι, η εικόνα άρχισε να εκπέμπει μια δική της, χλωμή χρυσή αύρα που έσκιζε την καταχνιά.

Ξαφνικά, ένιωσε την εικόνα της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου να πιέζει το στήθος του.  Εκείνη ακριβώς την ιερή στιγμή, ένιωσε την ίδια την εικόνα να ζωντανεύει και να πάλλεται, σαν να ζητούσε να εισχωρήσει μέσα στην ύπαρξή του. Απέκτησε έναν δικό του, ζεστό και ολοζώντανο παλμό, που άρχισε να χτυπά σε απόλυτο, κοινό συντονισμό με τους συντετριμμένους χτύπους της δικής του

Μέσα από το βρεγμένο μετάξι, το πρόσωπο της Παναγίας Χρυσοκεφάλου ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια του. Τα ζωγραφισμένα χαρακτηριστικά έλαμψαν με ένα φως που δεν έμοιαζε με τίποτα γήινο. Το χρυσό φόντο της εικόνας εξαπλώθηκε, μεταμορφώνοντας το ζεστό νερό γύρω του σε ένα απέραντο, φωτεινό υγρό παλάτι. Το φως της εικόνας μεγάλωνε, αγκαλιάζοντας το κορμί του, μέχρι που η μορφή του στρατιώτη και το κειμήλιο έγιναν ένα με τη λάμψη.

Η αγωνία του σβήστηκε μονομιάς.

Κατάλαβε πως δεν υπήρχε πια ανάγκη για πάλη, ούτε λόγος να φτάσει στη βάρκα· η Παναγία τον έπαιρνε μαζί της, πέρα από τη φθορά των ανθρώπων και τον χρόνο, σε ένα μέρος που κανένας εχθρός δεν θα μπορούσε ποτέ να τη βεβηλώσει.

Ο Νικηφόρος ένιωσε μια ανεξήγητη γαλήνη να αντικαθιστά τον τρόμο, καθώς το νερό άρχισε να τον τραβάει προς τον βυθό, χωρίς όμως να τον πνίγει.

 Ήταν μια δίνη δίχως βία, μια ακατανίκητη, θεϊκή έλξη που τον οδηγούσε γαλήνιο στα βάθη. Καθώς το σώμα του βυθιζόταν, τα μάτια του παρέμεναν ορθάνοιχτα κάτω από την υγρή μεμβράνη. ο φόβος του θανάτου έδωσε τη θέση του σε μια απόλυτη, μεταφυσική βεβαιότητα. Η ανάγκη για ανάσα είχε σβήσει· μαζί της χάθηκε και η τελευταία επίγεια αγωνία. Το ρεύμα τον παρέσυρε μακριά από τη σωτήρια βάρκα των συντρόφων του, όμως οι σκέψεις του Νικηφόρου, αντί για πανικό, έγιναν μια πυρετώδης, καθάρια λάμψη.

 Καθώς το χρυσό φως άρχισε να ξεχύνεται μέσα από το μετάξι και να τον τυλίγει, τα χείλη του κινήθηκαν μες στο νερό  βγάζοντας φυσαλίδες που έλαμπαν σαν μαργαριτάρια, καθώς πρόφερε μια δική του, σπαρακτική προσευχή προς τη Θεοτόκο:

«Παναγία μου, Κυρά της Τραπεζούντας, Μάνα και Σκέπη του Πόντου...Μην αφήσεις το φως Σου να σβήσει στη σκλαβιά.Δεν Σε ικετεύω για τη δική μου εφήμερη ζωή· Σε παρακαλώ  να σώσεις τη δική Σου αιώνια μνήμη.Γίνε Εσύ το Κάστρο που δεν θα πατηθεί ποτέ.Δέξου με στη αγκαλιάσου Σου, κρύψε μας στην αγκαλιά της θάλασσας, εκεί που δεν φτάνουν τα σπαθιά των εχθρώνΣτα χέρια Σου παραδίδω την ψυχή μου, στην αγκαλιά Σου εμπιστεύομαι την Πόλη μας...»

Με τις τελευταίες αυτές λέξεις να αντηχούν βουβά μέσα στο νερό, η προσευχή του έγινε ένα με το χρυσό φως, και κάθε σκέψη φόβου αντικαταστάθηκε από μια απέραντη, θεϊκή γαλήνη. Ένιωθε τη ζεστή, ουράνια αύρα να τον κυκλώνει στοργικά, καθώς η μορφή της Μεγαλόχαρης απλωνόταν γύρω του, σαν ασπίδα και καταφύγιο. Η εικόνα Της δεν βούλιαζε· κυριαρχούσε στο σκοτάδι. Τον έπαιρνε μαζί Της, οδηγώντας τον σε ένα αιώνιο καταφύγιο που κανένας γήινος στρατός δεν θα μπορούσε ποτέ να αγγίξει, να υποτάξει ή να βεβηλώσει.

Η θάλασσα φάνηκε να ανοίγει μια μυστική, απρόσιτη κρύπτη, καταπίνοντας τον Νικηφόρο και την ιερή εικόνα σε ένα σημείο όπου ο χρόνος σταμάτησε για πάντα.

Στην ερημική ακτή κοντά στο Λεοντόκαστρο, οι σύντροφοί του ήταν όρθιοι  με τα χέρια στις κουπαστές της ψαρόβαρκας. Τα μάτια τους είχαν τεντωθεί στο σκοτάδι, προσπαθώντας να διαπεράσουν τη ζεστή, αποπνικτική νύχτα του Αυγούστου. Περίμεναν ένα κεφάλι να φανεί πάνω από το κύμα, ένα σημάδι ζωής από τον Νικηφόρο.

Αντί γι' αυτό, είδαν  μια απόκοσμη ομίχλη να γεννιέται μέσα από το πουθενά, να κυλάει πάνω στο νερό σαν ζωντανός οργανισμός και να καταπίνει τον ορίζοντα.  

Ένας από αυτούς άπλωσε το χέρι του, νιώθοντας τον αέρα να βαραίνει. Η θάλασσα, αν και ζεστή, έβγαζε μια απόκοσμη, ιερή σιωπή που τους πάγωσε το αίμα.

«Παναγιά μου, σκέπασε τον Νικηφόρο με την Αγία Σου χάρη», ψιθύρισε ο πρώτος, σφίγγοντας το κομποσκοίνι του καθώς κοιτούσε το σκοτάδι.

«Αυτή η σιωπή δεν είναι ανθρώπινη. Μόνο η δική Της χάρη μπορεί να τον σώσει τώρα».

«Έχει την εικόνα Της μαζί του, την κρατάει στο στήθος, δεν τον αφήνει η Μεγαλόχαρη», αποκρίθηκε ο άλλος γεμάτος πίστη, σταυρώνοντας το βλέμμα του με την καταχνιά.

Ξαφνικά είδαν  μια φευγαλέα  χρυσή λάμψη να τρεμοπαίζει μέσα στα σπλάχνα της ομίχλης, βαθιά στο πέλαγος, πριν χαθεί για πάντα.

«Κοιτάξτε! Είναι το Φως Της!» αναφώνησε ο τρίτος με δάκρυα στα μάτια. «Η εικόνα Της φέγγει μες στο πέλαγος! Η Παναγιά ζωντάνεψε, είναι μαζί του!»

Αντικρίζοντας το ολοζώντανο θαύμα που ξετυλιγόταν μπροστά τους, και οι τρεις σύντροφοι λύγισαν· γονάτισαν ευλαβικά μέσα στην κλυδωνιζόμενη βάρκα, κάνοντας επανειλημμένα τον σταυρό τους. Με τα μάτια θολωμένα από τα δάκρυα, άρχισαν να ψέλνουν χαμηλόφωνα, σαν ένας βουβός, κοινός ψίθυρος μέσα στη νύχτα: «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...»

Μετά, η θεϊκή λάμψη και το φως της εικόνας απορροφήθηκαν από το σκοτάδι.

 Όταν το ξημέρωμα διέλυσε τελικά την καταχνιά, η θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε έναν βουβό, ακίνητο καθρέφτη, απέραντο και ανέγγιχτο από τον χρόνο. Κανένα ίχνος του θαρραλέου στρατιώτη, κανένα κομμάτι από ματωμένο μετάξι δεν ξεβράστηκε ποτέ στην ακτή, λες και το πέλαγος είχε ορκιστεί να κρατήσει το μυστικό ερμητικά κλειδωμένο στα απύθμενα βάθη του.

 Ο Νικηφόρος και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου είχαν γίνει ένα με την ίδια την ανάσα του Ευξείνου Πόντου. Χάθηκαν μαζί, περνώντας από την ιστορία στον μύθο, και άφησαν την αλήθεια για την τύχη τους θαμμένη για πάντα μέσα στην ιερή, αδιαπέραστη νύχτα.

 
 
 

Σχόλια


Περιοδικό «Πόντος»

Λ. Δημοκρατίας 57 Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκη

τηλ. 2310 537290, κιν. 6946 333578

ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: trapezous@gmail.com

bottom of page